Ο “ατυχής” Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897



Η μάχη των Φαρσάλων
γράφει ο Κωνσταντίνος Λινάρδος 
Πρόλογος
Η είσοδος του 1897 έβρισκε την Ελλάδα σε εθνικιστικό αναβρασμό. Τα αιτήματα των Κρητικών για περισσότερα δικαιώματα , αντιμετωπίζονταν με σκληρότητα από την Οθωμανική κυβέρνηση , που δεν θα διστάσει να υποκινήσει ακόμη και σφαγές άμαχου πληθυσμού στις μεγάλες πόλεις του νησιού και ιδιαίτερα στα Χανιά. Ο ερεθισμός στην κοινή γνώμη ήταν μεγάλος και ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από την αντιπολίτευση και την Εθνική εταιρεία που απειλούσαν Κυβέρνηση και Βασιλιά αν δεν στεκόντουσαν στο ύψος των περιστάσεων… Η πολιτειακή ηγεσία γνώριζε ότι μια πολεμική σύγκρουση με την Οθωμανική αυτοκρατορία θα ήταν καταστροφική για τη χώρα , δεν είχε όμως το σθένος να αντισταθεί στη δημαγωγία και στις κραυγές.  Έτσι αφέθηκαν να παρασυρθούν από τις δημοκοπικές φωνές , ελπίζοντας όπως και στο παρελθόν σε παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων που σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαν διατάραξη του status quo.

Μάλιστα λίγους μήνες μετά τον πόλεμο ο τότε διάδοχος και αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού στον πόλεμο,  Κωνσταντίνος θα αποκαλύψει σε συνέντευξη ότι τελικά δεν πίστευε ότι θα γινόταν πόλεμος… << Δεν έχω ούτε εντροπήν ούτε ενδοιασμόν να σας πω ότι , όταν μετέβην εις την Θεσσαλίαν , δεν επίστευα ότι θα επολεμούσαμεν πράγματι  >>.      
(Εκδοτική Αθηνών , Τόμος ΙΔ` 1881-1913, Σελ. 402).
Η στρατιωτική σύγκριση των δύο Χωρών
 
Ο τουρκικός στρατός υπερτερούσε  λόγω μεγέθους αλλά και γιατί είχε προμηθευτεί από την Γερμανία αρκετά σύγχρονα για την εποχή όπλα. Έτσι μπορεί ακόμη να βασιζόταν στον παλαιό τύπο όπλων Μαρτίνι, είχε όμως και σύγχρονα επαναληπτικά τουφέκια Μάουζερ , καθώς και  πυροβόλα Κρουπ . Αντίθετα ο ελληνικός στρατός βασιζόταν ακόμη στα παλαιά οπισθογεμή όπλα Γκρα. Οι  Γερμανοί είχαν βοηθήσει και στην δημιουργία πυρήνα επιτελών αξιωματικών, στην οργάνωση καθολικής στρατολογίας , στην προπαρασκευή επιστράτευσης κλπ . Το σύνολο του τουρκικού στρατεύματος υπολογιζόταν σε 125.000 άνδρες, ενώ ο αρχικά συγκεντρωθείς στρατός στο θεσσαλικό μέτωπο, ανερχόταν σε 62.000 άνδρες, διηρημένος σε έξι μεραρχίες πεζικού και μία ιππικού με 190 πυροβόλα. Αντίστοιχα στο μέτωπο Ηπείρου , βρίσκονταν δύο μεραρχίες συνολικής δύναμης 29.000 αντρών με 25 πυροβόλα. Τον τουρκικό στρατό πλαισίωναν και μονάδες ατάκτων (κατά βάση Αλβανοί) , περίπου 11.000 , που χρησίμευαν κυρίως ως σώματα ανιχνευτών.
Όμως αντίθετα με την ξηρά υστερούσαν στο ναυτικό , αφού τα πλοία τους παρά την υπεροχή τους σε εκτόπισμα, είχαν παλιότερη θωράκιση και μικρότερη ταχύτητα. Η Ελλάδα λόγω της ύπαρξης τριών νεώτερων θωρηκτών , είχε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στη θάλασσα , που όμως εξαιτίας διαφόρων προβλημάτων δεν θα αξιοποιηθεί. Από εκεί και πέρα τα προβλήματα στον ελληνικό στρατό ήταν αρκετά… Τα πυροβόλα Κρουπ κατά βάση 75 και 87 χιλιοστών υστερούσαν του αντίστοιχου τουρκικού , ενώ υπήρχαν ελλείψεις και στα μεταφορικά μέσα των πυροβόλων.
Ελλείψεις ίππων υπήρχαν και στο ιππικό, τα σημαντικότερα όμως προβλήματα παρουσιάζονταν στο πεζικό κυρίως λόγω της απουσίας σοβαρού επιχειρησιακού σχεδίου και την έλλειψη επιστημονικής μόρφωσης των αξιωματικών. Τις ημέρες πριν τον πόλεμο παρουσιάστηκαν νέα προβλήματα που σχετίζονταν με την επιστράτευση , την επιμελητεία και την συνεννόηση τόσο μεταξύ των αρχηγείων των μονάδων όσο και στην επικοινωνία τους με το επιτελείο. Τελικά συγκροτήθηκε μια στρατιά από 45.000 περίπου άντρες, χωρισμένη σε δύο μεραρχίες με κάθε μεραρχία να περιλαμβάνει δύο ταξιαρχίες.
Επίσης τελευταία στιγμή δημιουργήθηκε μια ανεξάρτητη ταξιαρχία που ανέλαβε να καλύψει το άκρο δεξιό του στρατεύματος στη Θεσσαλία . Την στρατιά ενίσχυαν 600 περίπου ιππείς και 96 πυροβόλα.   Στο μέτωπο Ηπείρου η Ελλάδα θα παρατάξει μία μεραρχία αποτελούμενη από 12.000 στρατιώτες με 24 πυροβόλα , στην οποία κατά την διάρκεια του πολέμου θα προστεθούν 3.000 έφεδροι , κυρίως χωροφύλακες. Βέβαια η χώρα μας θα έπρεπε να αισθάνεται “ ασφαλής “ αφού τα ανταρτικά σώματα της Εθνικής εταιρείας όχι μόνο θα ξεσήκωναν τον υπόδουλο ελληνισμό , αλλά είχαν αναλάβει να καλύψουν και το αριστερό του ελληνικού στρατεύματος… Τα σώματα αυτά είχαν εξοπλιστεί και με τη βοήθεια της Κυβέρνησης , αφού είχε ενδώσει στις άφρονες φωνές (μεταξύ αυτών και μεγάλη μερίδα του ημερήσιου τύπου) που νόμιζαν ότι με μερικές ανταρτικές ομάδες  θα μπορούσε η Ελλάδα να ικανοποιήσει τους εθνικούς της πόθους. Πάντως τις ημέρες πριν τον πόλεμο οι  συχνές τους παρελάσεις στην Αθήνα εν μέσω πύρινων λόγων και άκρατων πανηγυρισμών δημιουργούσαν ένα κλίμα ευφορίας.
Η έναρξη του πολέμου
 
Ο κωνσταντίνος το 1914
Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα αν και υπό επιτήρηση από τις μεγάλες δυνάμεις  παρέμενε στην Κρήτη , ενώ οι ανταρτικές δυνάμεις θα εισβάλλουν σε Οθωμανικό έδαφος πετυχαίνοντας ήσσονος σημασίας επιτυχίες που όμως αρκούσαν για την συντήρηση θριαμβικού κλίματος.   Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ θεωρώντας τα γεγονότα αυτά εισβολή , κάλεσε στις 4 Απριλίου τον Έλληνα πρεσβευτή για να του ανακοινώσει την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων και την κήρυξη πολέμου. Έχοντας την άδεια του Σουλτάνου , ο Ετέμ Πασάς επικεφαλής του τουρκικού στρατεύματος , έδωσε εντολή στην 1η Μεραρχία να κινηθεί προς τα στενά του Ρεβενίου, στις 5η και 6η Μεραρχία να κινηθούν προς την διάβαση του Νεζερού και το κύριο σώμα στρατού προς την διάβαση της Μελούνας.
Την ίδια στιγμή στο ελληνικό κοινοβούλιο πραγματοποιείται στις 6 Απριλίου , έκτακτη συνεδρίαση κατά την διάρκεια της οποίας εν μέσω χειροκροτημάτων και πανηγυρικού κλίματος ο Πρωθυπουργός  Θεόδωρος Δηλιγιάννης ανακοίνωνε ότι η Ελλάδα θέλει την ειρήνη , αλλά αφού η Τουρκία κηρύσσει τον πόλεμο τον αποδεχόμεθα.   Μάλιστα εν μέσω εκτεταμένων πανηγυρισμών και χειροκροτημάτων θα μιλήσει και για κατάληψη ορισμένων μεθοριακών φυλακίων. Τις επόμενες ημέρες όμως θα αρχίσει η δραματική προσγείωση , αφού σύμφωνα με την υπάρχουσα διάταξη ο στρατός ήταν διάσπαρτος σε όλο το μήκος της μεθορίου , χωρίς εφεδρείες αλλά και συγκέντρωση στρατιωτών στα ορεινά περάσματα. Έτσι οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει την φύλαξη των κρίσιμων περασμάτων θα βρεθούν αντιμέτωπες με αρκετά ισχυρότερες δυνάμεις ,γεγονός που θα τις αναγκάσει παρά την σθεναρή αντίσταση τους σε υποχώρηση.
Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος (διορίστηκε ένα μήνα πριν τον πόλεμο κατ’ απαίτηση της κυβέρνησης) είχε διατάξει την μεταφορά στρατιωτών στα κρίσιμα περάσματα , όμως τα πολυποίκιλα προβλήματα που είχε ο στρατός κατέστησαν ανέφικτη την έγκαιρη εκπλήρωση των εντολών. Η υποχώρηση αυτή όχι μόνο άνοιγε την δίοδο για την θεσσαλική πεδιάδα , αλλά εξαιτίας και της γραμμικής διάταξης , υπήρχε κίνδυνος να υπερφαλαγγιστεί σημαντικό μέρος του στρατού που παρέμενε στα σύνορα… Ο Κωνσταντίνος διέταξε την πάση θυσία διατήρηση των θέσεων που βρίσκονταν στην έξοδο των περασμάτων, όμως οι διοικητές των μονάδων θεωρώντας την εντολή ανεφάρμοστη , υποχώρησαν μονομερώς προς Δερελί και Καζακλάρ.
Για το θέμα αυτό στην Εκδοτική Αθηνών (Τόμος ΙΔ’ Σελ. 136) αναφέρεται :
<< Βλέποντας την κρισιμότητα της καταστάσεως ο διάδοχος προσπάθησε να συγκεντρώσει τμήματα προς την έξοδο της Μελούνας , διατάσσοντας τον μεν Μαυρομιχάλη (διοικητή της 2ης Μεραρχίας) να σπεύσει στο Μάτι με όσες δυνάμεις είχε στην Γούνιτσα το δε Σμολένσκη (διοικητή της 3ηςΤαξιαρχίας Μαυρομιχάλη) να κρατήσει άμυνα (στο δυτικό τομέα) . Το βράδυ συναντήθηκε στο Καζακλάρ με το Μαυρομιχάλη διατάσσοντας τον να αναλάβει την διεύθυνση των επιχειρήσεων επειδή ο Μακρής (διοικητής της 1ης Μεραρχίας) θεωρούσε ότι το στράτευμα έπρεπε να υποχωρήσει στη Λάρισα. Ο Μαυρομιχάλης συναντήθηκε με τον Μακρή που μόλις έλαβε γνώση της νέας διαταγής για επίθεση και αφού συσκέφθηκε με το Μαυρομιχάλη παρόντος και του Μαστραπά (διοικητή της 2ηςΤαξιαρχίας Μακρή) , παρέδωσε τη διοίκηση στον τελευταίο , αναχωρώντας με το επιτελείο του για τη Λάρισα. Λίγο αργότερα ανέφερε στον διάδοχο ότι ύστερα από εκείνη την διαταγή δεν είχε θέση στη διοίκηση της Μεραρχίας , την οποία παρέδωσε στον Μαστραπά. Αλλά και ο ίδιος ο Μαυρομιχάλης είχε αποθαρρυνθεί. Προφανώς είχε επηρεασθεί από τον Μακρή και τον Μαστραπά που ήταν εναντίον κάθε επιθέσεως. Πάντως η πεισματική επιχειρηματολογία του Μακρή για υποχώρηση του στρατού στη Λάρισα , που τον οδήγησαν ως την εγκατάλειψη της θέσεως του Μεράρχου έπεισε τον Μαυρομιχάλη.        
 Το πρωί της 10ης  Απριλίου ο Μαστραπάς υπέβαλε αναφορά , δικαιολογώντας την μη εκτέλεση της διαταγής του διαδόχου για την εκδίωξη του εχθρού. Η αναφορά του βρισκόταν σε αντίθεση με τα όσα είχε εκθέσει μία ημέρα πριν. Στην αναφορά εκείνη έγραφε ότι ο εχθρός υποχωρούσε και δεν είχε ανάγκη ενισχύσεων. Ανέφερε επίσης για τις επιθετικές κινήσεις που διέταξε και τις οποίες ανέστειλε κατόπιν διαταγής του Μακρή. Στις 10 Απριλίου αντίθετα βεβαίωνε ότι ο εχθρός είχε ενισχυθεί τη νύχτα και οχυρωθεί στο Μάτι και στο Καρατσόλι βρίσκονταν ισχυρές δυνάμεις , οι οποίες όμως στην πραγματικότητα μόνο αργότερα συγκεντρώθηκαν, αλλά υποχώρησαν και πάλι  >>.  
Αντίστοιχη στάση κράτησε και ο διοικητής της ανεξάρτητης Ταξιαρχίας Κακλαμάνος που διαπιστώνοντας μεγάλες ελλείψεις, θα αρνηθεί να εκτελέσει τις εντολές για επιθετική κίνηση προς Καρυά, αναφέροντας ότι η μεγαλύτερη ισχύς δυνάμεων του εχθρού καθιστούσε ανέφικτη κάθε σκέψη επίθεσης. Σε μια ύστατη προσπάθεια συγκράτησης του εχθρού αποφασίζεται η 3η ταξιαρχία Σμολένσκη να αποκρούσει τον εχθρό στο πέρασμα του Ρεβενίου που βρισκόταν δυτικά και δεν αντιμετώπιζε μεγάλη πίεση και ο υπόλοιπος στρατός να διευθυνθεί προς Καζακλάρ – Δελέρια …
(Νικολάου  Σπυρόπουλου “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ Σελ. 14-15). Όμως η μεταφορά των δυνάμεων δεν έγινε έγκαιρα με αποτέλεσμα οι εκεί ευρισκόμενες ελληνικές δυνάμεις να αντιμετωπίσουν το πρωί της 11ης Απριλίου την επίθεση σημαντικά ισχυρότερων εχθρικών δυνάμεων.
Παράλληλα δεν έγιναν έγκαιρα και αντίστοιχες μεταφορές δυνάμεων από κοντινά σημεία που όμως δεν αντιμετώπιζαν την ίδια πίεση με αποτέλεσμα το απόγευμα της ίδιας ημέρας να γίνεται φανερό ότι η κρίσιμη θέση δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Η υποχώρηση άνοιγε τον δρόμο των τουρκικών στρατευμάτων προς τον θεσσαλικό κάμπο για αυτό και η κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις ήταν σκληρή.

Η εγκατάλειψη της Λάρισας
 
Ο κίνδυνος κύκλωσης θα αναγκάσει τον υποστράτηγο Μακρή να διατάξει το βράδυ της 11ης Απριλίου γενική υποχώρηση προς Λάρισα. Όμως τα οργανωτικά προβλήματα και η έλλειψη ηθικού θα έχουν ως συνέπεια σε αρκετές μονάδες η υποχώρηση να μεταβληθεί σε άτακτη φυγή συμπαρασύροντας και τον ευρισκόμενο σε πανικό πληθυσμό της Λάρισας και των γειτονικών χωριών. Το ζήτημα της υποχώρησης του ελληνικού στρατού προκάλεσε έντονες διαφωνίες και εκατέρωθεν κατηγορίες που θα συνεχιστούν και μετά τον πόλεμο… Όμως η κατάσταση του υποχωρούντος στρατεύματος θα οδηγήσει σε νέες διαφωνίες και για το αν ο στρατός θα έπρεπε να υποχωρήσει προς Λάρισα ή Φάρσαλα… Ο διοικητής της 1ηςΜεραρχίας Μακρής θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξει αντίσταση στη Λάρισα, όμως ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος έκρινε ότι το πεδινό του μέρους και η κατάσταση του στρατού καθιστούσαν αναγκαία την υποχώρηση στα Φάρσαλα.
Ο Αρχιστράτηγος θα στείλει το πρωί της 12ης Απριλίου τηλεγράφημα στην Κυβέρνηση πληροφορώντας την για την επικείμενη υποχώρηση αλλά και προτείνοντας της να ξεκινήσει άμεσα προσπάθειες για σύναψη ανακωχής …
<< Διετάχθη η υποχώρησις εφ απάσης της γραμμής . Η κατάστασις του στρατεύματος υπό πάσαν έποψιν είναι τοιαύτη , ώστε η μεν άμυνα εν Λαρίση αδύνατος , η δε υποχώρησις προς Φάρσαλον αμφίβολος , στρατιωτών ου μόνο τραπέντων εις φυγήν αλλά και λιποτακτούντων προς Βόλον και άλλας διευθύνσεις >>.
Η απάντηση της Κυβέρνησης άφηνε στον Κωνσταντίνο την ευθύνη της απόφασης.
<< Εάν ο αρχηγός του εν Θεσσαλία στρατού κρίνει ότι η κατάστασις των στρατευμάτων είναι τοιαύτη, ώστε δεν είναι δυνατόν να μείνη εν Λαρίση , παρακαλείται να υποχωρήση εις Φάρσαλον >>.
(Henri Turot  “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ , Σελ 168) .
Όμως δεν λείπουν και οι επικρίσεις προς τον Αρχιστράτηγο και το επιτελείο του για παραλείψεις , έλλειψη ενημέρωσης  αλλά και εντολές από αναρμόδια τμήματα…Χαρακτηριστικό ήταν το έγγραφο που εστάλη από τον υπουργό στρατιωτικών Ν. Μεταξά (της υπό παραίτηση Κυβέρνησης Δηλιγιάννη) στο οποίο εκφράζει την απογοήτευση του τόσο για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η υποχώρηση , όσο και γιατί ο ίδιος δεν είχε δώσει τέτοια εντολή…
Αριθμός εγγράφου 31854
<< Ημέτεροι εκτοπισθέντες εκ κορυφογραμμής από Τυρνάβου μέχρι Νεζερού και εκ των χωρίων Λυγαριάς και Καρατσόλ ηττήθηκαν εν τη πεδιάδι από Μάτι μέχρι Δελέρι Φυγή εν αποσυνθέσει εις Λάρισαν , όπου φυγάδες έφθανον από της 11ης μέχρι 2ας πρωινής .Εν Λαρίση ο στρατός ηδύνατο να ανασυσταθή και ν’ αμυνθή επί καιρόν , αλλά δυστυχώς διετάχθη εγκατάλειψις Λαρίσης και η άνευ διακοπής εξακολούθησις υποχώρησις εις Φάρσαλα παντός του στρατού Θεσσαλίας. Εις Λάρισαν εγκατελείφθησαν 14 πυροβόλα φρουρίου όπλα και πολεμικόν υλικόν. Ετέμ δεν εισήλθεν εις Λάρισαν , παρά μετά δύο ημέρας. Ηττήθημεν και εν Βελεστίνω. Τούρκοι βαδίζουσι Βόλον. Άπασα Θεσσαλία εκτός Φαρσάλων κατέχεται υπό εχθρού . Εν Ηπείρω ημέτεροι κύριοι Σαλαώρας , Φιλιππιάδος και απάσης της πεδιάδος Άρτης , κατέλαβον Πέντε Πηγάδια ανακτηθέντα πάλιν υπό Τούρκων >>.
Αθήνα 17 Απριλίου 1897  , Ν. Μεταξάς
(Εφημερίδα Εμπρός , φύλλο 13/03/1900 , Σελίδα 1 , κατά την συζήτηση του ζητήματος της γενικής διοίκησης του στρατού υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο).
 
Πάντως είναι γεγονός ότι οι ελλείψεις και τα προβλήματα μάλλον δεν άφηναν πολλά περιθώρια. Ωστόσο στρατιωτικοί μελετητές σημειώνουν ότι η υποχώρηση ήταν μεν η μόνη λύση, μπορούσε όμως να γίνει με περισσότερη τάξη , ώστε και σημαντικό υλικό να μην χαθεί αλλά και ο άμαχος πληθυσμός να μην αφεθεί στην τύχη του. Το γεγονός αυτό επισημαίνεται και σε δραματικό άρθρο της εφημερίδας Εμπρός (φύλλο της 14ης Απριλίου 1897) όπου υπήρχαν καταγγελίες ότι δεν είχε εκπονηθεί σχέδιο υποχώρησης και ότι αυτή διετάχθη σχεδόν άμεσα με την εκτέλεση της με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν σκηνές πανικού από τον αλλόφρονα πληθυσμό που έψαχνε την τελευταία στιγμή μέσα διαφυγής… Παράλληλα επισημαίνεται ότι με τον τρόπο που έγινε η υποχώρηση άφηνε εκτεθειμένα τμήματα που βρίσκονταν βορειότερα σε Τύρναβο και Ρεβένι.
Ενώ η εφημερίδα Σκριπ (φύλλο της 24ης Μαρτίου 1898) , δημοσιεύει έκθεση του στρατιωτικού γαλλικού επιτελείου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι εξαιτίας της άτακτης υποχώρησης εγκαταλείφθηκαν στη Λάρισα , ολόκληρο το υλικό ενός χειρουργείου , έξι τηλεβόλα Κρουπ , δύο πεδινά και δύο ορεινά πυροβόλα , δέκα χιλιάδες όπλα (Γκρα) , δύο χιλιάδες κιβώτια φυσιγγίων και επίσης πολεμοφόδια πυροβολικού , στολές , σκηνές , τρόφιμα και τα τοιαύτα… Ήταν πάντως ευτύχημα ο αργός ρυθμός με τον οποίο προχωρούσε το τουρκικό στράτευμα , γεγονός που θα εκνευρίσει και τους γερμανούς επιτελείς του, που γνώριζαν ότι αν κινούνταν γρηγορότερα θα μπορούσαν να υπερκεράσουν και κατ’ επέκταση να εγκλωβίσουν σημαντικό τμήμα του ελληνικού στρατού. Ο αξιωματικός της 3ης Ταξιαρχίας του Σμολένσκη ,  Μαστέλλος θα αναφέρει στα απομνημονεύματα του ότι είχε δοθεί εντολή για κάθε πέντε τουρκικές βολές το ελληνικό πυροβολικό να απαντάει με μία…
 
Ενώ με πολύ γλαφυρό τρόπο περιγράφει την υποχώρηση: << Ημείς εβαδίζομεν ατάκτως , περίλυποι κεκμηκότες , περίφοβοι , βλασφημούντες , ελεεινολογούντες και αναλογιζόμενοι την θέσιν μας , σκότος ψηλαφητόν , στρατιώται πλείστον αλλ’ ουδείς είχεν τους ιδικούς του , διότι άλλοι έμεναν καθ’ οδόν και άλλοι προεχώρουν , εν γένει ήτο πανδαιμόνιον και ουδέν άλλο ηκούγετο εκ των 11.000 ανδρών ειμή ο κρότος των ποδών. Εν γένει τοιαύτη υποχώρησις εγένετο ώστε εάν ο εχθρός αντελαμβάνετο το ελάχιστον των συμβαινόντων και απέστελλε 200 ιππείς , ήθελε μας κατακόψει >>. Έτσι στις 13 Απριλίου εγκαταλείφθηκε η Λάρισα και το σύνολο του ελληνικού στρατού υποχώρησε στα Φάρσαλα. Παρουσιάζει  όμως ενδιαφέρον και η ενθουσιώδης υποδοχή που επεφύλαξαν στον τουρκικό στρατό οι Μουσουλμάνοι αλλά και οι Εβραίοι κάτοικοι της πόλης. Σύμφωνα με την εφημερίδα Εμπρός οι δύο εθνότητες παρέμειναν στη πόλη βοηθώντας ποικιλοτρόπως τους Τούρκους και αν η στάση των μουσουλμάνων κατανοείται , προκαλεί αίσθηση η συμπεριφορά της εβραϊκής κοινότητας. Μάλιστα η εφημερίδα Εμπρός (φύλλο της 17ης Απριλίου 1897) ,αναφέρει ότι Εβραίοι κάτοικοι όχι μόνο φόρεσαν ξανά το φέσι αλλά έκλεψαν αρκετά εγκαταλελειμμένα μαγαζιά Ελλήνων της Λάρισας…
Ο  Henri Turot θα αναφέρει ένα ακόμα ενδιαφέρον περιστατικό που έλαβε χώρα κατά την εκκένωση της Λάρισας από τον άμαχο πληθυσμό. Συγκεκριμένα κάνει λόγο για στρατιώτες που έβγαλαν από βαγόνι τραίνου κόσμο ώστε να επιβιβαστεί ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος και η ακολουθία του… Αλλά καταγγέλλει ότι λίγο αργότερα θα επαναληφθεί η ίδια συμπεριφορά για να επιβιβαστούν αυτή τη φορά ορισμένοι αξιωματικοί του στρατού… Τότε Ιταλοί εθελοντές εκνευρισμένοι θα πυροβολήσουν το βαγόνι στο οποίο είχαν επιβιβαστεί οι αξιωματικοί , με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ορισμένων…(Henri Turot  “  Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ Σελ 169-170) .
Το Ηπειρωτικό μέτωπο






Την ίδια στιγμή στο μέτωπο της Ηπείρου ο ελληνικός στρατός βρισκόταν μεν σε Οθωμανικό έδαφος , αδυνατούσε όμως να προχωρήσει σε βάθος όχι μόνο γιατί μειονεκτούσε αριθμητικά αλλά και γιατί δεν έλειπαν τα οργανωτικά προβλήματα.Χαρακτηριστική εικόνα δίνει η εφημερίδα Εμπρός ( φύλλο 18ης Απριλίου 1897 , Σελ.3) που καταγγέλλει ότι 3.000 έφεδροι στο Μεσολόγγι είχαν φτάσει στα όρια στάσης , αφού η πλειοψηφία τους κοιμόταν στους δρόμους , στερούμενη σκεπασμάτων , οπλισμού και ιματισμού… Πάντως με την έναρξη του πολέμου το ελληνικό πυροβολικό κατόρθωσε να απωθήσει το αντίστοιχο τουρκικό δίνοντας την δυνατότητα στις δύο Ελληνικές ταξιαρχίες να προωθηθούν σε Οθωμανικό έδαφος , η μία με κατεύθυνση τα Γιάννενα και η άλλη προς Φιλιππιάδα την οποία και θα καταλάβει. Όμως η αποφασιστική μάχη που διεξήχθη στις 11 Απριλίου στα Πέντε Πηγάδια κατέληξε σε νίκη του τουρκικού στρατεύματος , αναγκάζοντας τον ελληνικό στρατό σε υποχώρηση μέχρι τους Κουμουτζάδες .
Παράλληλα δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος της ναυτικής μοίρας που ήταν η κατάληψη του στρατηγικής σημασίας λιμανιού της Πρέβεζας, αν και για το σκοπό αυτό είχε προστεθεί στη μοίρα του Ιονίου και το θωρηκτό Σπέτσες. Σύμφωνα με την εκδοτική Αθηνών (Τόμος ΙΔ`, Σελ. 157) βασικές αιτίες για την αποτυχία , ήταν η έγκαιρη οχύρωση του λιμανιού , η έλλειψη συντονισμένης δράσης ανάμεσα σε πεζικό και ναυτικό και το γεγονός ότι ο βομβαρδισμός της πόλης έγινε από μακρινή απόσταση. Πάντως ούτε οι Τούρκοι διοικητές εκμεταλλεύτηκαν τα ελληνικά προβλήματα , με  αποτέλεσμα μια γενικότερη αδράνεια και στασιμότητα που ανάγκασε τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να προχωρήσουν σε διορθωτικά μέτρα. Έτσι θα αντικατασταθεί ο διοικητής της 1ηςταξιαρχίας Μπότσαρης , με τον συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη που κατέφτασε επικεφαλής ενός συντάγματος αστυνομίας , ενώ οι ταξιαρχίες αναδιοργανώνονται και γίνονται τρεις.
Η κυβέρνηση επιθυμούσε διακαώς μια επιτυχία , ώστε να βελτιώσει την διαπραγματευτική της θέση και για το λόγο αυτό δίνει εντολή νέας εφόρμησης. Η επίθεση πραγματοποιείται , όμως ο ερχομός εχθρικών ενισχύσεων από τα Γιάννενα, ανέκοψε την πορεία της. Μάλιστα με την σειρά του ο τουρκικός στρατός αντεπιτίθεται και στις 2 Μαΐου επιτίθεται στο Γρίμποβο , για να αποκρουστεί με σημαντικές όμως απώλειες.  Είναι χαρακτηριστικό ότι σαράντα αξιωματικοί και χίλιοι στρατιώτες σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν , ενώ μια χαρακτηριστική περίπτωση που δείχνει ότι δεν έλλειπε το φιλότιμο και ο ηρωισμός , είναι η περίπτωση του ταγματάρχη Παπαγιαννόπουλου που αν και τραυματίας από θραύσμα οβίδας που του έσπασε το μηρό , εκείνος επέμενε να επιστρέψει στην μάχη έστω και δεμένος πάνω σε άλογο , για να δεχτεί όμως μισή ώρα αργότερα μια σφαίρα κατάστηθα…
(Henri Turot  “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ Σελ 220) .
Οι μεγάλες απώλειες οδηγούν στην απόφαση εγκατάλειψης της αριστερής όχθης του Άραξου , όμως σε κάθε περίπτωση η ανακωχή της 7ης Μαΐου βρήκε τα ελληνικά στρατεύματα να βρίσκονται έστω και οριακά σε Οθωμανικό έδαφος. Την ημέρα της ανακωχής έφτανε στο μέτωπο και ο συνταγματάρχης Νικόλαος Σμόλενιτς (πρώην υπουργός άμυνας) για να αντικαταστήσει τον διοικητή Θρασύβουλο Μάνο που κατά την επιστροφή του στην Αθήνα θα γίνει αντικείμενο έντονων αποδοκιμασιών από πολίτες . Στην Μάντουκα τον γιουχάισαν και τον πετροβόλησαν. Στο Τιτολίκο ένα οργισμένο πλήθος έσπασε τα τζάμια του βαγονιού του , ενώ ο ίδιος δεν τόλμησε να αποβιβαστεί στην Πάτρα , αλλά πήγε κατευθείαν στην Κόρινθο με μια μικρή σκούνα… (Henri Turot  “  Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “  Σελ 213) .
Η (μη) δράση του Ναυτικού
 

Αδρανοποιημένο όμως ήταν και το Ναυτικό το οποίο θεωρητικά ήταν το ισχυρό όπλο της Ελλάδας. Ιδιαίτερα η βασική μοίρα του Αιγαίου έμεινε ουσιαστικά εκτός πολέμου , αφού το μόνο που καταγράφεται για αυτή , είναι ορισμένες επιδρομές στα παράλια της Πιερίας με στόχο την καταστροφή εχθρικών στρατώνων και εφοδίων. Φυσικό επακόλουθο της απραξίας ήταν η εκτόξευση αλληλοκατηγοριών, με ποιο εντυπωσιακή τη δήλωση του υπουργού Ναυτικών Νικόλαου Λεβίδη , ότι θα κατέβαλλε 10.000 δραχμές σε όποιον τον πληροφορούσε που βρισκόταν ο στόλος … Η φράση λεγόταν την στιγμή που η Λάρισα αφηνόταν στους Τούρκους με τον στόλο να παραμένει αδρανής στη Σκιάθο. Τελικά ο υπουργός θα πληροφορηθεί το σημείο που βρισκόταν ο στόλος του από τον σημαιοφόρο Κόκκορη που παράλληλα κατήγγειλε τον αρχηγό του στόλου για προδοσία…
Το περιστατικό αυτό θα οδηγήσει τελικά στην απομάκρυνση του αρχηγού του στόλου Σαχτούρη, αλλά και την πειθαρχική τιμωρία του σημαιοφόρου. Όμως τα  προβλήματα δεν έλειψαν και από την μοίρα Ιονίου . Μάλιστα μία επερώτηση βουλευτή στην βουλή , ζητούσε από την κυβέρνηση να διευκρινίσει αν αλήθευε το γεγονός ότι ο επικεφαλής της μοίρας του Ιονίου , Κριεζής  δεν αρκείτο στις διαταγές του Υπουργού Ναυτικών αλλά απαιτούσε οδηγίες από τον υπασπιστή του Βασιλιά προκειμένου να εκτελέσει μια εντολή… Επιπλέον ο βουλευτής παρουσίασε και τηλεγράφημα στο οποίο ο Βασιλιάς έδινε την εντολή για πυρ εναντίον του εχθρού… Για την καταγγελία αυτή , η κυβέρνηση Δηλιγιάννη απάντησε ότι δεν το γνωρίζει και ότι μεταδίδει στην βουλή μόνο επίσημες ειδήσεις και δεν απαντά σε διαδόσεις…
(Πολιτική ιστορία 1830-1920 , Σπύρου Μαρκεζίνη Τόμος Β’, Σελ.323).
Για να μην επαναληφθούν παρόμοια φαινόμενα ο νέος υπουργός στρατιωτικών της κυβέρνησης Ράλλη , Ν. Τσαμαδός θα στείλει έγγραφο προς όλα τα αρχηγεία καθιστώντας τους σαφές ότι θα αναφέρονται στην κυβέρνηση και πουθενά αλλού…
Αριθμός εγγράφου 32721
<< Διαβιβάσατε Αρχηγόν Κρήτης κάτωθι τηλεγράφημα.
Προς τα αρχηγεία Θεσσαλίας , Ηπείρου και Κρήτης
Απαγορεύομεν υμίν αυστηρώς να ζητάτε οδηγία παρ’ άλλης εκτός του υφ’ ημάς Υπουργείου Αρχής , αλλ’ ουδέ να κοινοποιείτε εις άλλην αρχή όσα προς ημάς αναφέρητε >>.
Εν Αθήναις 18 Απριλίου 1897 , Ν. Τσαμαδός
(Εφημερίδα Εμπρός , φύλλο 13/03/1900 , Σελίδα 1 , κατά την συζήτηση του ζητήματος της γενικής διοίκησης του στρατού υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο).
Πάντως η μοίρα Ιονίου θα καταφέρει να εξουδετερώσει τα εχθρικά φρουριακά κανόνια που βρίσκονταν μέσα στον Αμβρακικό κόλπο , δεν θα καταφέρει όμως να εκπληρώσει τον βασικό της στόχο που ήταν η κατάληψη της Πρέβεζας.
Η υποχώρηση στην Θεσσαλία προκαλεί κυβερνητική μεταβολή
Στην Αθήνα όταν αντί για προέλαση άκουσαν  “ υποχώρηση για στρατηγικούς λόγους “ και αργότερα εγκατάλειψη της Λάρισας , έπεσαν από τα σύννεφα και αμέσως άρχισαν οι οργισμένες φωνές και όλοι τα έβαζαν με όλους … Σε αντίθεση όμως με τις φωνές πολλών  η  Εθνική εταιρεία  επέλεξε την απόλυτη σιωπή αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της . Η μόνη παρουσία της θα είναι κάποια δίστηλα στον τύπο (π.χ. εφημερίδα Εμπρός , φύλλο της 30ης Απριλίου 1897 , Σελ.3) στα οποία ανακοίνωνε την αυτοδιάλυση της με παράλληλη πρόσκληση στην πολιτεία να αναλάβει τη διαχείριση της. Στο τέλος της χρονιάς θα διαλυθεί και επίσημα , αφήνοντας στην σκοπευτική εταιρεία , 210.657 δραχμές που είχαν μαζευτεί  από εισφορές και εράνους.
(Πολιτική ιστορία 1830-1920 , Σπύρου Μαρκεζίνη , Τόμος Β’ , Σελ.341).
 
Δημήτριος Ράλλης
Η υποχώρηση θα αναγκάσει Βασιλιά και Κυβέρνηση να ξεκινήσουν τις πρώτες βολιδοσκοπήσεις προς τις μεγάλες δυνάμεις για ανακωχή που όμως θα προσκρούσουν πρωτίστως στην Γερμανική αδιαλλαξία που για σειρά λόγων επιθυμούσε την περαιτέρω ταπείνωση της Ελλάδας. Την ίδια στιγμή στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις , διογκώνεται το κύμα οργής που έψαχνε να βρει αιτίες και εξιλαστήρια θύματα για την υποχώρηση. Ενώ η αντιπολίτευση και κυρίως ο βουλευτής Αττικής Δημήτριος Ράλλης , (σαν να μην ήταν εκείνος που πλειοδοτούσε για την ανάληψη πολεμικών ενεργειών) βυσσοδομούσε εναντίον της κυβέρνησης θεωρώντας την αποκλειστικά υπεύθυνη για τα χάλια της χώρας , ζητώντας την άμεση παραίτηση της. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια μετατόπισης ευθυνών η κυβέρνηση , αποφασίζει την ανάκληση του συνταγματάρχη Σαπουντζάκη αρχηγού του επιτελείου του στρατού Θεσσαλίας , διορίζοντας στη θέση του τον ομοιόβαθμο του Σμολένσκη. Η απόφαση αυτή προκαλεί την αντίδραση του διαδόχου και αρχηγού του στρατού, που με την σειρά του θα ζητήσει (χωρίς να το πετύχει ) την αντικατάσταση των Μακρή, Μαστραπά, Αντωνιάδη και Ζαφειρόπουλου.
(Μαυρίκιου Γονζάγα “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, Σελ. 128).
Το κλίμα ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βάραινε επικίνδυνα , όπως και το αντιδυναστικό ρεύμα , με τον Βασιλιά Γεώργιο να ανησυχεί τόσο για το θρόνο όσο και για την ζωή του ίδιου και των μελών της οικογένειας του. Μέλη της Βασιλικής οικογένειας δεν τολμούσαν να επισκεφθούν ούτε ασθενείς στρατιώτες σε νοσοκομεία  ενώ λόγο του φόβου ζημιών οι φωτογραφίες τους είχαν αποσυρθεί από παντού… (Αργότερα το 1898 στην περιοχή Αναλάτου θα γίνει από δύο πολίτες, αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του βασιλιά και της κόρης του Μαρίας. Μάλιστα εξαιτίας αυτού του γεγονότος χτίστηκε στη Λεωφόρο Συγγρού , η γνωστή εκκλησία του Αγ. Σώστη , στην οποία δόθηκε αυτό το όνομα, επειδή τα μέλη της βασιλικής οικογένειας που δέχτηκαν την επίθεση , σώθηκαν). Έτσι σε μια προσπάθεια αλλαγής του κλίματος προσπαθεί να πείσει τον Δηλιγιάννη ότι την δεδομένη στιγμή το καλύτερο για τη χώρα (σημείωση : και το στέμμα) θα ήταν η παραίτηση της Κυβέρνησης του…Ο Δηλιγιάννης όμως ακριβώς για να μην γίνει το εξιλαστήριο θύμα αρνιόταν και τελικά ύστερα από συζητήσεις δύο ημερών θα δεχθεί να αποχωρήσει με τον όρο όμως ότι αυτή η αποχώρηση θα βαφτιζόταν αντικατάσταση.
(Πολιτική ιστορία 1830-1920 , Σπύρου Μαρκεζίνη Τόμος Β’ , Σελ.326-327).
Στις 19 Απριλίου θα σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη , στην οποία χάριν του εθνικού συμφέροντος , θα συμμετάσχει σχεδόν το σύνολο και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης. Για την ίδια αιτία η νέα κυβέρνηση θα πάρει και ψήφο εμπιστοσύνης (ανοχής) από την βουλή . Ο Ράλλης θα υποσχεθεί αναδιοργάνωση του στρατού και επίτευξη έντιμου συμβιβασμού.
Μάλιστα εκμεταλλευόμενος δημοκοπικά τις επιτυχίες της 3ης ταξιαρχίας Σμολένσκη στο Βελεστίνο (επί μία εβδομάδα θα καταφέρει να συγκρατήσει υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις) , δεν θα διστάσει να υποσχεθεί και αντιστροφή του κλίματος.
Η ταξιαρχία Σμολένσκη σώζει την τιμή του Ελληνικού στρατού
 
Σμολέσκη
Με την υποχώρηση στα Φάρσαλα , η 3η ταξιαρχία μετέβη στο Βελεστίνο ώστε μαζί με το δεξιό του ελληνικού στρατού να καλύψει και τον Βόλο συν τοις άλλοις και γιατί από εκεί γινόταν η τροφοδοσία και οι μετακινήσεις του στρατού. Ο Ετέμ Πασάς νομίζοντας ότι το Βελεστίνο έχει εγκαταλειφθεί στέλνει μεραρχία ιππικού για να καταλάβει τον Βόλο. Ήδη όμως στην περιοχή είχαν καταφτάσει μονάδες της ελληνικής ταξιαρχίας που θα την εξαναγκάσουν σε υποχώρηση. Το απόγευμα της 17ης Απριλίου , οι εχθρικές δυνάμεις ενισχυμένες με ένα σύνταγμα πεζικού και μία ορειβατική πυροβολαρχία, θα επιχειρήσουν νέα επίθεση που όμως θα αποκρουσθεί, όπως και η νέα επίθεση που θα εκδηλωθεί την επόμενη μέρα. Οι Τούρκοι αναδιοργανώνονται και στις 23 Απριλίου επιχειρούν νέα επίθεση που όμως και αυτή θα αντιμετωπισθεί επιτυχώς. Την επόμενη όμως ημέρα θα καταφέρουν να καταλάβουν ορισμένους λόφους στο αριστερό άκρο της ελληνικής ταξιαρχίας.
Έτσι και με δεδομένο ότι ο ελληνικός στρατός ήδη υποχωρούσε από τα Φάρσαλα ,  αποφασίστηκε η υποχώρηση της ταξιαρχίας προς Αλμυρό. Μια εικόνα του ελληνικού στρατού που βρισκόταν στο Βελεστίνο δίνουν και τα απομνημονεύματα του Μαστέλου που υπηρετούσε σε αυτή την ταξιαρχία και όπου αναφέρει ότι μεταξύ άλλων προβλημάτων το ιππικό ήταν εξαφανισμένο και το πυροβολικό ακίνδυνο , καταλήγοντας :
<<  Και είτα μετέβην εις την διμοιρίαν μου ελεεινός και τρισάθλιος εκ του κόπου , λάσπης και κρότου των πυροβόλων και όπλων , οι δε στρατιώται διεμαρτύροντο λέγοντες ότι είναι εκτός μάχης , διότι εκτός των άνω (σημ: προβλήματα τροφοδοσίας) και τα όπλα των έχουσι γεμίσει από χώμα αλλά που αντικατάστασις !!! >>.
Η κατάληψη του Βελεστίνου και των γύρω περιοχών θα συνοδευτεί από εκτεταμένο πλιάτσικο και πυρπολήσεις , στις οποίες θα πρωτοστατήσουν τα αλβανικά σώματα των ατάκτων που χρησιμοποιούντο από τον τουρκικό στρατό ως σώματα ανιχνευτών. (Μαυρίκιου Γονζάγα “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ Σελ. 150). Σύμφωνα  μάλιστα με καταγγελίες της εφημερίδας  Εμπρός (φύλλο της 28ης Απριλίου 1897 , Σελ.2), τουρκικά σώματα (ή πιθανότατα και εδώ σώματα ατάκτων) , δεν θα διστάσουν να κάψουν ζωντανούς Έλληνες τραυματίες που πιάστηκαν αιχμάλωτοι…
Την ίδια ημέρα μέσα σε βαρύ κλίμα υποχωρούσε από τα Φάρσαλα και η κύρια δύναμη του ελληνικού στρατού. Οι ελληνικές δυνάμεις στις 23 Απριλίου δέχτηκαν την επίθεση πέντε τουρκικών μεραρχιών,  που τις ανάγκασαν σε υποχώρηση σε όλη την γραμμή του μετώπου. Στο ελληνικό επιτελείο υπήρχε αρχικά η πρόθεση να κρατηθεί η θέση και την επόμενη μέρα , όμως προ του κινδύνου υπερφαλαγγισμού τελικά θα αποφασισθεί η υποχώρηση προς την ποιο οχυρή θέση του Δομοκού. Ο διάδοχος δικαιολογώντας την υποχώρηση ανέφερε στο υπουργείο :
<< Μετά την χθεσινήν ανακοίνωσιν μου ήλπιζον ότι θα ηδυνάμην να επαναλάβω σήμερον πρωίαν τον αγώνα. Ατυχώς περί το μεσονύκτιον νέαι δυνάμεις ενίσχυσαν τον εχθρόν και ήρξατο πλησιάζων τας θέσεις μας εις μικροτάτην απόστασιν και περιβάλλων την τοποθεσίαν της 1ης Μεραρχίας , συνάμα επαπειλών σπουδαίως και το αριστερό ημών. Ένεκα της κοπώσεως των στρατευμάτων, της υπεροχής του εχθρού και της ελλείψεως τροφών και επαρκών πολεμοφοδίων , φοβούμενοι συνάμα μη συμβή τι, όπερ ήθελε καταστρέψει εντελώς το στράτευμα , διέταξα περί την 2πμ. την υποχώρησιν , εκτελεσθείσα εν καλή τάξει.. Ενεκατεστάθημεν ενταύθα, η ενταύθα θέσις δίδει κάποιαν πεποίθησιν εις το στράτευμα. Παρακαλώ εφοδιάσατε μας με τροφάς , το στράτευμα υποφέρει και η έλλειψις των καθιστά τούτο εντελώς στάσιμον >>. (Εκδοτική Αθηνών , Τόμος ΙΔ` 1881-1913, Σελ. 148).
Φυσικό  επακόλουθο της νέας υποχώρησης ήταν η εγκατάλειψη και του Βόλου με αποτέλεσμα την δημιουργία σκηνών πανικού. Πάντως από τους πρώτους που φρόντισαν να εγκαταλείψουν τη πόλη ήταν ο δήμαρχος και ο στρατιωτικός διοικητής με αποτέλεσμα τον συντονισμό των ενεργειών διάσωσης να τον αναλάβουν μέχρις ενός σημείου, οι ξένοι πρόξενοι … Αρκετός κόσμος φυγαδευόταν με πλοιάρια , όμως επειδή ορισμένοι βαρκάρηδες ζητούσαν να πληρωθούν , θα χρησιμοποιηθούν τελικά βάρκες του στρατού… (Henri Turot  “  Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ , Σελ 186) . Ωστόσο  η είσοδος του τουρκικού στρατού στον Βόλο δεν συνοδεύτηκε από καταστροφές, ενώ ο αρχιστράτηγος Ετέμ Πασάς , προέτρεπε τους εναπομείναντες κατοίκους να ανοίξουν κανονικά τα μαγαζιά τους. Το γεγονός αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στους ξένους πρόξενους που έγκαιρα τον είχαν ενημερώσει για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Έτσι ο Ετέμ απέστειλε δύο μόνο τάγματα ως φρουρά για τον έλεγχο της πόλης.
(Νικολάου Σπυρόπουλου “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 “ Σελ.24).
Η μάχη του Δομοκού και η νέα υποχώρηση
Η νέα υποχώρηση δημιούργησε τα πρώτα μεγάλα προβλήματα στην νέα κυβέρνηση , αφού οι πιθανότητες έντιμου συμβιβασμού απομακρύνονταν αρκετά. Έτσι ήταν υποχρεωμένη να δεχτεί τις αξιώσεις των ισχυρών που μεταξύ άλλων ζητούσαν την απομάκρυνση του ελληνικού στρατού από την Κρήτη , την απόρριψη της ένωσης και την εν λευκώ εξουσιοδότηση τους για τους όρους της ανακωχής. Πως όμως ο Ράλλης θα έπαιρνε τέτοιες αποφάσεις όταν πριν από λίγες ακόμη μέρες αποκαλούσε προδότη της πατρίδας αυτόν που θα απέσυρε το στρατό από την Κρήτη; Ωστόσο η δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν , θα τον αναγκάσει τελικά να αποδεχτεί τις Γερμανικές αξιώσεις. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια την κάμψη των αντιρρήσεων της Γερμανίας και την αποστολή πρεσβευτικού διαβήματος στην Τουρκία και τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ.

   

Όμως ο χαρακτήρας του διαβήματος αυτού (ίσως και εσκεμμένα ) είχε περισσότερο παρακλητικό χαρακτήρα με αποτέλεσμα την διπλωματική άρνηση της Οθωμανικής κυβέρνησης που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την υπάρχουσα κατάσταση… Πάντως κάνοντας γνωστές τις προθέσεις της επιθυμούσε να διεξαχθούν απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα , να της επιστραφεί η Θεσσαλία , η Ελλάδα να πληρώσει πολεμική αποζημίωση 10.000.000 τουρκικών λιρών και να υπάρξει κατάργηση ορισμένων προνομίων του ελληνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι όροι αυτοί θεωρούντο σκληροί από την ελληνική κυβέρνηση που ήλπιζε να ανακόψει την τουρκική προέλαση, ώστε να διεκδικήσει κάτι καλύτερο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να υπάρξουν κυβερνητικές παρεμβάσεις και σε αμιγώς στρατιωτικά ζητήματα , πρακτική που θα αυξήσει τις εντάσεις και τα προβλήματα. Ο Ράλλης και ο υπουργός στρατιωτικών Τσαμαδός πίεζαν για ανακατάληψη της δυτικής Θεσσαλίας (Τρίκαλα- Καρδίτσα) με παραβολή σχεδίων και προτάσεων τα οποία κρίνονταν ως ατελέσφορα από τον Κωνσταντίνο που θεωρούσε ως ύψιστη προτεραιότητα την απόκρουση των Τούρκων στο Δομοκό.
Για το λόγο αυτό καλούσε τον Σμολένσκη να αφήσει ένα σύνταγμα από την ταξιαρχία του στην περιοχή που βρισκόταν (Βόρειος Ευβοϊκός κοντά στα παράλια ) όπου το ορεινό του εδάφους σε συνδυασμό με την συνδρομή των πυροβόλων του ναυτικού θα μπορούσε να συγκρατήσει την εκεί εκδηλούμενη τουρκική επίθεση , ενισχύοντας το δεξιό του στρατεύματος στο Δομοκό όπου σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του θα αντιμετώπιζε ισχυρή επίθεση. Όμως ο Σμολένσκης ανέφερε ότι θα δεχόταν να ενισχύσει το υπόλοιπο στράτευμα στο Δομοκό μόνο αν γινόταν αντικατάσταση της ταξιαρχίας του, απειλώντας σε διαφορετική περίπτωση ακόμη και με παραίτηση…Ο Κωνσταντίνος θα επικοινωνήσει με τον υπουργό εθνικής άμυνας για να συνετίσει τον συνταγματάρχη , όμως προς έκπληξη του ο υπουργός που ήδη έχει μιλήσει με τον Σμολένσκη θα αρνηθεί , γεγονός που θα προκαλέσει την δυσαρέσκεια του … Αποσπάσματα των συνομιλιών που έδειχναν ανάγλυφα το κλίμα που επικρατούσε στα ανώτερα κλιμάκια της χώρας παρουσιάζει ο ιστορικός Γεώργιος  Ασπρέας (τόμος Β’ σελ.268-269) από φακέλους των αρχείων του κράτους :
Απάντηση συνταγματάρχη Σμολένσκη στον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο
<< Καθημερινώς προφυλακαί μου συμπλέκονται, συνεπώς εντεύθεν επιτεθήσεται ο εχθρός , δύναμαι να έλθω και πολεμήσω παρά τω πλευρώ Αρχηγού εάν αντικατασταθή η όλη Ταξιαρχία μου δι άλλου σώματος . Διατάξατε >>.
Επικοινωνία συνταγματάρχη Σμολένσκη με Υπουργό Άμυνας Τσαμαδό.
<<  Σμολένσκης προς υπουργικό συμβούλιο : << Η Α.Β.Υ. ο διάδοχος με καλεί να μεταβώ και πολεμήσω παρά τω πλευρώ Αυτού παραλαμβάνων δύναμιν Ταξιαρχίας πλην ενός Συντάγματος και καταλαμβάνων στενόν Γούρας και Σάββα βρύσι (Δίβρης) και με υπόλοιπον πλησιάσω δεξιόν. Επειδή αι προφυλακαί μου συμπλέκονται καθημερινώς και γίνεται συγκέντρωσις Τουρκικού στρατού , η επίθεσις γενήσεται εντεύθεν. Συνεπώς επειδή διαβλέπω ότι εκ Αρχηγείου ζητείται η αποσύνθεσις της Ταξιαρχίας , ή να μεταβώ μεθ’ όλης δυνάμεως , άλλως γίνη δεκτή παραίτησις μου>>.
Απάντηση Υπουργού Άμυνας Τσαμαδού με την έγκριση του Πρωθυπουργού Ράλλη.
<< Να μείνετε εις θέσιν σας , παρακαλούμεν >>.
Συνομιλία Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου με Υπουργό Άμυνας Τσαμαδό.
<<  Κωνσταντίνος προς Τσαμαδό : Σμολένσκη ετηλεγράφησα , επειδή εχθρός συγκεντρούται κατά μέτωπον Δομοκού , και επιτεθήσεται εντεύθεν , ν’ αφήση έν Σύνταγμα εις Κεφάλωσιν και μεθ’ υπολοίπου δυνάμεως πλησιάση δεξιόν, φρονών ότι ο εχθρός δεν θα επιτεθή δια Κεφαλώσεως , διότι εκτός ανωμάλου θέσεως , υπάρχει και στόλος εκεί. Πλην αρνείται , ως φαίνεται , και παρακαλώ να τον διατάξηται να συμμορφωθή με διαταγήν μου >>.
<< Τσαμαδός προς Κωνσταντίνο : Επιτρέψατε Υψηλότατε να έχω εναντίαν γνώμην , ο εχθρός συγκεντρώνεται εκείθεν και η επίθεσις εκείθεν γενήσεται >>.
<< Κωνσταντίνος προς Τσαμαδόν : Πως γενήσεται εκείθεν , αφού συγκέντρωσις γίνεται εντεύθεν και εντεύθεν έχει τα μέσα να προελάση >>.
<< Τσαμαδός προς Κωνσταντίνο  : Και πάλιν επιτρέψατε , Υψηλότατε , να έχω εναντίαν γνώμην >>.
<< Κωνσταντίνος προς Τσαμαδόν : Καλώς , πλην ο πόλεμος δεν διευθύνεται από τας Αθήνας , αλλά από το πεδίον της μάχης >>.
Η εχθρική επίθεση στον Δομοκό θα πραγματοποιηθεί τελικά σε όλο το μήκος της ελληνικής γραμμής το πρωί της 5ης Μαΐου, με προφανή στόχο την δημιουργία ρήγματος που θα εξανάγκαζε τον ελληνικό στρατό σε νέα υποχώρηση. Η ελληνική πλευρά είχε τοποθετήσει στην αριστερή πλευρά την 5η Ταξιαρχία, στο κέντρο την 4η ταξιαρχία , στο δεξιό την 2η ενώ είχε κρατήσει σε εφεδρεία την 1η. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι το κύριο βάρος των εχθρικών επιθέσεων εκδηλωνόταν προς το κέντρο και την δεξιά πλευρά του ελληνικού στρατού Ο διοικητής της 4ηςταξιαρχίας Μαυρομιχάλης , εκτιμώντας ότι δέχεται επίθεση τουλάχιστον 20.000 στρατιωτών γρήγορα θα ζητήσει ενισχύσεις. Έτσι ένα σύνταγμα της 1ης ταξιαρχίας αποστέλλεται σε αυτόν , γεγονός που βοηθά την απόκρουση των εχθρικών επιθέσεων. Την ίδια στιγμή τα δύο άκρα του ελληνικού στρατού έστω και με δυσκολίες κρατάνε τις θέσεις τους. Μάλιστα το ελληνικό αριστερό γύρω στις 3.30 το απόγευμα εκμεταλλευόμενο κενά του αντίπαλου στρατού θα τον αναγκάσει σε υποχώρηση τριών χιλιομέτρων.
Τις θέσεις του με μεγάλο όμως τίμημα θα καταφέρει να κρατήσει μέχρι το απόγευμα και το ελληνικό κέντρο. Μάλιστα θα τραυματιστεί και ο διοικητής Μαυρομιχάλης που θα αντικατασταθεί, ενώ αρκετά πυροβόλα είχαν αχρηστευθεί. Τα πρώτα όμως ρήγματα στην ελληνική άμυνα δημιουργήθηκαν τελικά γύρω στις τέσσερις το απόγευμα στην δεξιά πλευρά που δεχόταν νέα ισχυρή εχθρική επίθεση. Το ελληνικό αρχηγείο όταν πληροφορήθηκε τον κίνδυνο διάσπασης της άμυνας , έδωσε εντολή να ενισχυθεί το ελληνικό δεξιό , με ένα τάγμα της 1ης  ταξιαρχίας, όταν όμως αυτό έφτανε γύρω στις έξι το απόγευμα τα πάντα είχαν τελειώσει…Γύρω στις 6.40μμ ο διοικητής της 2ηςταξιαρχίας Μαστραπάς τηλεγραφούσε στον Μακρή :  << Εξ όλων σημείων υποχώρησις . Έσπευσα εις Καρατσάλι να κρατήσω. Δεν ηδυνήθην. Υποχωρώ, ας σπεύσουσιν προς ενίσχυσιν μου >>.
(Εκδοτική Αθηνών , Τόμος ΙΔ` 1881-1913, Σελ. 150).
Η κατάσταση ήταν κρίσιμη αφού μια νέα υποχώρηση του ήδη ευρισκόμενου σε αναβρασμό στρατού θα δημιουργούσε στρατιωτικό αλλά και πολιτικό αδιέξοδο… Όμως οι αναφορές του ταξίαρχου Μαστραπά ήταν απελπιστικές, γεγονός που ανάγκασε το ελληνικό αρχηγείο να πληροφορήσει την κυβέρνηση για την ανάγκη άμεσης εγκατάλειψης του Δομοκού… Γύρω στις 9 το βράδυ ερχόταν στο αρχηγείο και η απάντηση του Πρωθυπουργού που με βαριά καρδιά έδινε την άδεια για τη νέα υποχώρηση. << Θέλετε υποχωρήσει  αλλ’ η υποχώρησις δέον να γίνει κατά το εφικτόν εν τάξει , ώστε να δυνηθήτε να σταματήσετε τον στρατόν επί της Όθρυος και αμυνθήτε , καταλαμβάνοντας διαβάσεις Δερβέν Φούρκας –Καρυάς – Γιανιτσούς – και λοιπάς και ει δυνατόν τας υπωρείας Δαουκλή. Εκ Λαμίας θέλουσι πεμφθεί  κατά το εφικτόν σώματα ένοπλα όπως υποστηρίξωσιν υμάς. Ειδοποιήσατε τηλεγραφικώς ταξίαρχον 3η μεραρχίας περί της υποχωρήσεως . Παραγγείλατε δε αυτώ τα σημεία , προς υμετέρα υποχώρησις , ίνα πράξη , ως ήθελεν εγκρίνει ,ποιούμενος χρήσιν και του στόλου προς διευκόλυνσιν της 3ης ταξιαρχίας. Θέλομεν ειδοποιήσει και εντεύθεν >>.
(Εκδοτική Αθηνών , Τόμος ΙΔ` 1881-1913, Σελ. 152).
Υποχώρηση στις Θερμοπύλες και η κατάπαυση του πυρός
Η αποχώρηση από τον Δομοκό προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση , αφού αφενός υπήρχε η ελπίδα ότι θα μπορούσε εκεί να σταματήσει η υποχώρηση , αφετέρου θα έδινε την δυνατότητα στην ελληνική κυβέρνηση να προβάλλει μια κάποια έστω αντίσταση στους όρους των διαπραγματεύσεων αλλά φευ!! Παράλληλα  το χαμηλό ηθικό είχε ως συνέπεια , η νέα υποχώρηση να πραγματοποιηθεί με αρκετή αταξία , που ενισχυόταν από τις ελλείψεις σε τρόφιμα και σκηνές που ήταν αρκετές και τα έντονα προβλήματα δυσεντερίας. Επόμενο σημείο αμύνης ήταν το βουνό Όθρυς , με την 1η μεραρχία Μακρή να αναλαμβάνει την φύλαξη της στενωπού Δερβέν Φούρκας , γεγονός που θα βοηθούσε το υπόλοιπο στράτευμα να τοποθετηθεί έγκαιρα στην νέα αμυντική θέση. Οι Τούρκοι όπως και στη Λάρισα δεν θα αντιληφθούν αμέσως την ελληνική υποχώρηση, όμως σειρά λαθών θα έχουν σαν αποτέλεσμα την εκδίωξη της 1ης Μεραρχίας από την στενωπό Δερβέν Φούρκας , αναγκάζοντας τον ελληνικό στρατό να στραφεί προς το στενό των Θερμοπυλών…
Για το θέμα ο Μαυρίκιος Γονζάγα αναφέρει :
<< Ο Μακρής δεν κατέλαβε τας προς μάχην θέσεις αυτού, καίτοι εγνώριζε δια του ιππικού ότι ο εχθρός εθεάθη. Αντί τούτου , εζήτησε διαταγάς αλλά τας εζήτησε βραδέως , ώστε τα ελληνικά στρατεύματα καταλαμβάνοντα τας θέσεις των περί τας 3μμ, έσχον την δυσάρεστον έκπληξιν να ίδωσι τους Τούρκους σχεδόν όπισθεν αυτών. Ο διοικητής του 3ου συντάγματος του πυροβολικού υπήρξεν ωσαύτως αφορμή της ελλείψεως της συνδρομής των πεδινών πυροβολαρχιών (το πεδινό πυροβολικό δεν μετείχε του αγώνα διότι ο διοικητής του είχε συνεχίσει την προς Λαμία πορεία…). Τέλος ο ρηθείς Στρατηγός Μακρής διέταξε την εγκατάλειψη της θέσεως , ήτις θα ηδύνατο έτι επί πολύ να κρατηθή και επαναλαμβάνων το λάθος της 11ης Απριλίου διέταξε νυκτερινήν υποχώρησιν , ήτις εξώθησεν εις το έπακρον την θλιβεράν κατάστασιν >>.
(Μαυρίκιου Γονζάγα “ Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897“ Σελ. 177).
Εκείνη την στιγμή και ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε αδιέξοδο , η Οθωμανική Κυβέρνηση θα συναινέσει τελικά στις νέες εντονότερες συστάσεις των ισχυρών δεχόμενη την κατάπαυση πυρός…
Η ανακωχή της 7ης Μαΐου έβρισκε την Ελλάδα έρμαιο των διαθέσεων των μεγάλων δυνάμεων που ήδη πάντως είχαν καταστήσει σαφές στην Οθωμανική κυβέρνηση ότι δεν μπορούσε να ελπίζει ούτε σε εδαφική επέκταση ούτε και σε κατάργηση προνομίων των Ελλήνων που κατοικούσαν στα εδάφη της . Από την άλλη καθιστούσαν σαφές και στην ελληνική κυβέρνηση ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας οποιαδήποτε μεταβολή στο πολίτευμα… Βασικός λόγος των ευνοϊκών δηλώσεων δεν ήταν βέβαια ο φιλελληνισμός αλλά η επιθυμία των ισχυρών (που ήδη ξεκινούσαν συνομιλίες για τους όρους ανακωχής) να μην διαταραχθεί το ισχύον status quo.
 
Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσουμε είναι να παρουσιαστούν οι απόψεις του έφεδρου υπολοχαγού Μαστέλου που καλύτερα από εμάς αντιλήφθηκε τα προβλήματα και τους ενόχους και όπου με απλό και παραστατικό τρόπο τα αναφέρει :
<< Εξ όσων δε ιδίοις όμμασιν αντελήφθην, και εξ όσων ήκουσα παρ’ αξιωματικών εις άλλα μέρη λαβόντων μέρος αποφαίνουμε τα εξής : ότι ο στρατός έδειξεν μεγίστη αντοχήν και θάρρος , ότι ανώτεροι αξιωματικοί δεν υπάρχουν , πλην ελαχίστων εξαιρέσεων , ότι η Ελλάς δεν ηττήθη αλλ’ έγινεν θύμα της …υστεροβουλίας Κυβερνήσεως και αρχηγείου . Ενόμιζον ότι δεν θα γείνη πόλεμος , και την επιστρατείαν εκάλεσαν ένεκεν του αναβρασμού των Ελλήνων και ιδία της αισχράς Εθνικής Εταιρείας , αφ’ ου δε η Τουρκία , εκήρυξεν τον πόλεμον , ήρχισαν οι υποχωρήσεις νομίζοντες και περιμένοντες από στιγμής εις στιγμήν την επέμβασιν των δυνάμεων , αλλ’ ηπατήθησαν οι αισχροί  >>.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΩΛΕΙΩΝ  ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ-ΤΟΥΡΚΩΝ (ΠΗΓΗ  Γ.Ε.Σ.-Δ.Ι.Σ.). Αναδημοσίευση από Υποστηρικτικό υλικό ιστορίας – Ελληνοτουρκικός πόλεμος
www2.e-yliko.gr. (1897) Επιμέλεια συλλογής πηγών Ιωάννα Ηλιοπούλου.
ΣΩΜΑ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥΡΚΙΑ

Αξιωματικοί Οπλίτες Αξιωματικοί Οπλίτες
Φονευθέντες 32 640 52 1.059
Τραυματίες 98 2.383 91 3.238
Αιχμάλωτοι από άλλες αιτίες 1 252 1 15
Τραυματίες από άλλες αιτίες 5 337
Σύνολο 136 3.612 144 4.312
Γενικό σύνολο 3.748 4.456
Βιβλιογραφία
1) Εκδοτική Αθηνών (Τόμος ΙΔ – Περίοδος 1881-1913)
2) Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1830-1920 (Σπ. Μαρκεζίνη εκδόσεις Πάπυρος.
3)  Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1830-1912 (Γεωργίου Κ. Ασπρέα ) Αθήνα 1922.
4)  Η Κρητική επανάσταση και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 , (Henri Turot , Γάλλου δημοσιογράφου , ανταποκριτή της εφημερίδας << Le tour du Monde >> για τον πόλεμο του 1897) , Εκδόσεις Αρμός  1991.
5)  Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 (Σύντομος μελέτη των εν τω θεάτρω της Θεσσαλίας εξελιχθεισών επιχειρήσεων , Νικολάου Σπυρόπουλου , Αντιστράτηγου , Αθήνα 1934.
6) Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 ,(Μαυρίκιου Γονζάγα, Αντισυνταγματάρχη των γενικών επιτελείων του ιταλικού στρατού), εκδόσεις Λόγχη 2003, ακριβής ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1906.
7) Απομνημονεύματα 1897 (Γεώργιου Μαστέλλου , δάσκαλου από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας που υπηρέτησε ως έφεδρος υπολοχαγός στον πόλεμο) εκδόσεις Πελασγός.
8) Αρχείο εφημερίδων από εθνική βιβλιοθήκη Ελλάδας www.nlg.gr
9) Υποστηρικτικό υλικό ιστορίας –Γραπτές πηγές ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897 www2.e-yliko.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου